Του Νίκου Κατσουρίδη

« Η Ρωσία πρέπει να αποδεχθεί ότι η προσπάθεια να εξαναγκάσει την Ουκρανία σε καθεστώς δορυφόρου, και έτσι να μετακινήσει ξανά τα σύνορα της Ρωσίας, θα καταδίκαζε τη Μόσχα να επαναλάβει την ιστορία της των αυτοεκπληρούμενων κύκλων αμοιβαίων πιέσεων με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Δύση πρέπει να καταλάβει ότι, για τη Ρωσία, η Ουκρανία δεν μπορεί ποτέ να είναι απλώς μια ξένη χώρα. Η ρωσική ιστορία ξεκίνησε σε αυτό που ονομαζόταν Κίεβο-Ρως. Η ρωσική θρησκεία διαδόθηκε από εκεί. Η Ουκρανία ήταν μέρος της Ρωσίας για αιώνες και οι ιστορίες τους ήταν αλληλένδετες πριν από ποτέ. Μερικές από τις πιο σημαντικές μάχες για τη ρωσική ελευθερία, ξεκινώντας με τη Μάχη της Πολτάβα το 1709, έγιναν σε ουκρανικό έδαφος. Ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας – το μέσο προβολής ισχύος της Ρωσίας στη Μεσόγειο – βασίζεται με μακροχρόνια μίσθωση στη Σεβαστούπολη, στη Κριμαία. Ακόμη και διάσημοι αντιφρονούντες όπως ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και Γιόζεφ Μπρότσκυ επέμειναν ότι η Ουκρανία ήταν αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιστορίας και, μάλιστα της Ρωσίας».
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριζε το 2014 πως η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση έπρεπε να αναγνωρίζει το γεγονός ότι οι έως τότε πρακτικές της στη διαπραγμάτευση της σχέσης της με την Ουκρανία συνέβαλαν στη μετατροπή μιας διαπραγμάτευσης σε κρίση.
«Η εξωτερική πολιτική είναι η τέχνη του καθορισμού προτεραιοτήτων. Οι Ουκρανοί είναι το καθοριστικό στοιχείο» έγραφε συγκεκριμένα ο Χένρι Κίσιγκερ και συμπλήρωνε: «Το να αντιμετωπίζεται η Ουκρανία ως μέρος μιας αντιπαράθεσης Ανατολής – Δύσης θα εξάλειφε για δεκαετίες κάθε προοπτική να φέρει τη Ρωσία και τη Δύση – ιδιαίτερα τη Ρωσία και την Ευρώπη – σε ένα συνεργατικό διεθνές σύστημα».
Όπως επεσήμανε τότε ο Αμερικανός διπλωμάτης και πολιτικός, «η Ουκρανία είναι ανεξάρτητη μόνο για 23 χρόνια. Προηγουμένως βρισκόταν υπό κάποιο είδος ξένης κυριαρχίας από τον 14ο αιώνα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι ηγέτες της δεν έχουν μάθει την τέχνη του συμβιβασμού, ακόμη λιγότερο την ιστορική προοπτική (…). Μια σοφή πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ουκρανίας θα αναζητούσε έναν τρόπο ώστε τα δύο μέρη της χώρας να συνεργαστούν μεταξύ τους. Πρέπει να επιδιώξουμε τη συμφιλίωση, όχι την κυριαρχία μιας παράταξης».
Και συνέχισε ο Κίσινγκερ:
«Ο καθένας έχει κάνει την κατάσταση χειρότερη. Η Ρωσία δεν θα ήταν σε θέση να επιβάλει μια στρατιωτική λύση χωρίς να απομονωθεί σε μια εποχή που πολλά από τα σύνορα της είναι ήδη επισφαλή. Για τη Δύση, η δαιμονοποίηση του Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είναι πολιτική είναι άλλοθι για την απουσία της», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τόνιζε, μάλιστα, ότι ο Πούτιν θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι, όποια και αν είναι τα παράπονα του, μια πολιτική στρατιωτικών επιβολών θα προκαλούσε έναν άλλον Ψυχρό Πόλεμο.
«Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αποφύγουν να αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως παρεκκλίνουσα που θα διδαχθεί υπομονετικά κανόνες συμπεριφοράς που έχουν θεσπισθεί από την Ουάσιγκτον». Και πρότεινε τότε ο Κίσινγκερ:
- Η Ουκρανία θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα τις οικονομικές και πολιτικές συμμαχίες της, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης.
- Η Ουκρανία δεν πρέπει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
- Η Ουκρανία θα πρέπει να είναι ελεύθερη να δημιουργήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση συμβατή με την εκφρασμένη βούληση του λαού της. Οι σοφοί Ουκρανοί ηγέτες θα επέλεγαν τότε μια πολιτική συμφιλίωση μεταξύ των διαφόρων περιοχών της χώρας τους. Σε διεθνές επίπεδο, θα πρέπει να ακολουθούν μια στάση παρόμοια με αυτής της Φινλανδίας. Αυτό το έθνος δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την απόλυτη ανεξαρτησία του και συνεργάζεται με τη Δύση στους περισσότερους τομείς, αλλά αποφεύγει προσεκτικά τη θεσμική εχθρότητα προς τη Ρωσία.
- Είναι ασυμβίβαστο με τους κανόνες της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης η Ρωσία να προσαρτήσει την Κριμαία. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατό να τεθεί η σχέση της Κριμαίας με την Ουκρανία σε λιγότερο προβληματική βάση. Για τον σκοπό αυτό, η Ρωσία θα αναγνωρίσει την κυριαρχία της Ουκρανίας στην Κριμαία.
«Αυτά είναι αρχές, όχι συνταγές. Σκοπός δεν είναι η απόλυτη ικανοποίηση αλλά ισορροπημένη δυσαρέσκεια. Εάν δεν επιτευχθεί κάποια λύση που βασίζεται σε αυτά ή σε συγκρίσιμα στοιχεία, η στροφή προς την αντιπαράθεση θα επιταχυνθεί. Και αυτό θα έρθει αρκετά σύντομα».
Παρέθεσα το άρθρο Κίσιγκερ ως πληροφόρηση αλλά και ως παράδειγμα για την ανάγκη εμείς εδώ να συστήσουμε κέντρα έρευνας και μελέτης, δεξαμενές σκέψης και ιδρύματα, τα οποία να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα ανά τον κόσμο. Να μελετούν και αξιολογούν τις γεωπολιτικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες αλλαγές και εξελίξεις και να συμβουλεύουν το πολιτειακό και πολιτικό προσωπικό.